Menu
A+ A A-
ΚΑΤΣΕΛΗ ΚΩΣΤΑ
Website URL:

Εισήγηση δρ Μάξιμου Χαρακόπουλου στην 18η Πανελλήνια Σύναξη Καππαδοκών (Γαβούστημα 2016)

Φωτό Εκπαίδευση στην Καππαδοκία 6

Βούναινα, 18 Αυγούστου 2016

Εισήγηση
δρ Μάξιμου Χαρακόπουλου
στην 18η Πανελλήνια Σύναξη Καππαδοκών (Γαβούστημα 2016)

«Η Εκπαίδευση στις ελληνορθόδοξες κοινότητες της Καππαδοκίας»

«Φίλες και φίλοι,
Στην Καππαδοκία υπήρξαν μέχρι και τις τελευταίες μέρες της Ανταλλαγής των πληθυσμών σε εφαρμογή της συνθήκης της Λοζάνης του 1923 μετά τη μικρασιατική καταστροφή, 81 ελληνορθόδοξες κοινότητες σε πόλεις και χωριά, είτε αμιγή ρωμαίικα, είτε μεικτά με μουσουλμάνους. Από αυτές, οι περισσότερες στο διάβα του χρόνου απώλεσαν την ελληνική λαλιά και τουρκοφώνησαν.

Έτσι, σε μόλις 32 κοινότητες επιβίωσαν ελληνικά γλωσσικά ιδιώματα που παραπέμπουν στην αρχαία ελληνική γλώσσα, ενώ στις 49, σταδιακά, επικράτησε η τουρκική γλώσσα. Για την τουρκοφωνία έχουν ειπωθεί πολλά. Και αποτέλεσε και έναν από τους βασικούς λόγους που έκαναν πιο δυσχερή την ενσωμάτωση των Καππαδοκών προσφύγων στην νεοελληνική κοινωνία σε σχέση με τους υπόλοιπους πρόσφυγες που γνώριζαν την ελληνική γλώσσα.

Είναι ευρέως γνωστή η θεωρεία ότι οι Καππαδόκες κλήθηκαν να επιλέξουν ανάμεσα στη γλώσσα και την πίστη τους και επέλεξαν να κρατήσουν την ορθοδοξία και να μην αλλαξοπιστήσουν. Βεβαίως, υπήρξαν περίοδοι στην οθωμανική ιστορία που χαρακτηρίστηκαν από βίαιους εξισλαμισμούς, αλλά και εκούσιους από χριστιανούς που αλλαξοπίστησαν και «τούρκεψαν» γιατί δεν άντεχαν να αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας.

Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει κανείς να λάβει υπόψη πρώτον ότι οι Ρωμιοί στην Καππαδοκία είναι μια μικρή μειονότητα που συναλλάσσεται με την πολλαπλώς υπέρτερη πληθυσμιακά πλειονότητα στην επικρατούσα γλώσσα. Δεύτερον ότι η Καππαδοκία μετά την ατυχή μάχη στο Ματζικέρτ το 1071 και την ήττα του Ρωμανού Δ΄ του Διογένη έμεινε υπό οθωμανικό ζυγό πάνω από 8 αιώνες μέχρι την έξοδο των Ρωμιών το 1924. Θυμίζω ακόμη ότι στην Αμερική σήμερα, μόλις τέταρτης και πέμπτης γενιάς Ελληνοαμερικανοί δεν μιλούν ελληνικά.

Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι βασικό κριτήριο προσδιορισμού της εθνικής συνείδησης για την ανταλλαγή των πληθυσμών στη συνθήκη της Λοζάνης δεν ήταν η γλώσσα αλλά η θρησκεία. Και στη διατήρηση της εθνικής συνείδησης των Ρωμιών της Καππαδοκίας που τουρκοφωνησαν καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η ορθόδοξη εκκλησία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο με την καθιέρωση της λεγόμενης καραμανλίδικης γραφής.

Με τα καραμανλίδικα, την γραφή της ομιλούμενης τουρκικής με ελληνικά γράμματα, δόθηκε η δυνατότητα πρόσβασης των Καππαδοκών στα εκκλησιαστικά κείμενα αλλά και σε βιβλία θρησκευτικού και εκπαιδευτικού χαρακτήρα.

Όταν το 19ο αιώνα στο μικρό ελληνικό βασίλειο γεννήθηκε η θεωρεία της Μεγάλης Ιδέας και της απελευθέρωσης των αλύτρωτων πατρίδων, της ανασύστασης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη και όχι την τότε μικρή επαρχιακή πόλη των Αθηνών, εκδηλώθηκε το ενδιαφέρον για την εκπαίδευση των ελληνοπαίδων της Ανατολής και την πνευματική και εθνική τους αφύπνιση.

Είναι αλήθεια ότι στις αρχές του 19ου αιώνα η μόρφωση των περισσότερων Μικρασιατών ήταν πολύ περιορισμένη. Σύμφωνα με τον ερευνητή Χρήστο Σολδάτο «Αυτοί που γνώριζαν ελληνικά δείχνονταν με το δάχτυλο κι αυτοί που γνώριζαν ανάγνωση εκκλησιαστικών βιβλίων κι εκκλησιαστική μουσική ήταν μόλις ένας στους εκατό».

Γρήγορα, όμως, οι Μικρασιάτες αντιλήφθηκαν ότι οι λησμονημένες επί αιώνες ελληνορθόδοξες κοινότητές τους θα έβγαιναν από την απομόνωση, με την ανάπτυξη της παιδείας. Ιδίως μετά το 1856 παρατηρείται μία άνθηση των ελληνικών γραμμάτων με τη δημιουργία σχολείου και στο τελευταίο ρωμαίικο χωριό της οθωμανικής επικράτειας.

Συστηματική προσπάθεια για την ίδρυση σχολείων και την επάνδρωσή τους με δασκάλους που αποφοιτούσαν από σημαντικές ελληνικές σχολές, όπως η Μεγάλη του Γένους Σχολή ή η Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, ξεκινά μετά το 1830 με πρωτοβουλίες των μητροπολιτών, πρώτα της Καισάρειας και μετά του Ικονίου.

Το πρώτο οργανωμένο σχολείο που λειτούργησε στην περιοχή της Καππαδοκίας ήταν εκείνο της Σινασού, της αποκαλούμενης και «Διαμάντι της Ανατολής» το 1821. Δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία της συντεχνίας των Σινασιτών Χαβιαράδων της Κων/πολης και με τη συνδρομή του εθνικού ευεργέτη Ι. Βαρβάκη, που συνεργαζόταν μαζί τους. Η εγγραφή και η φοίτηση των παιδιών ήταν υποχρεωτική, ενώ αξιοσημείωτο είναι ότι επιβαλλόταν πρόστιμο σε όποιον δεν άφηνε το παιδί του να ολοκληρώσει τον κύκλο σπουδών.

Όπως καταγράφει η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους «Στην περιοχή της Καισάρειας λειτουργούσαν συνολικά 58 σχολές: 3 αλληλοδιδακτικές, 25 μη πλήρεις αστικές, 9 πλήρεις αστικές, τριτάξια ή τετρατάξια «ελληνικά» (σχολαρχεία), 7 παρθεναγωγεία, 2 γραμματοδιδασκαλεία και 2 ιερατικές σχολές. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στους 43 συνολικά οικισμούς που υπάγονται στην Μητρόπολη Ικονίου. Λειτουργούσαν συνολικά 54 σχολές: 2 νηπιαγωγεία, 25 αλληλοδιδακτικά, 8 πλήρεις αστικές, 9 πλήρη ελληνικά και 10 τετρατάξια ή εξατάξια «παρθεναγωγεία». Σταθμό, τέλος, στα εκπαιδευτικά ζητήματα της Καππαδοκίας αποτέλεσε η ίδρυση το 1882 του γυμνασίου αρρένων στο Ζιντζίντερε».

Τα αποτελέσματα, βέβαια, από τη λειτουργία των σχολείων αυτών δεν ήταν άμεσα και εντυπωσιακά, ιδιαίτερα στις φτωχές περιοχές, όπου τα χρήματα για τη συντήρηση των σχολείων ήταν λιγοστά, ενώ υπήρχαν συχνά έριδες στους κόλπους των κοινοτήτων.

Επιπλέον, η βοήθεια από τη μητροπολιτική Ελλάδα ήταν ασήμαντη, καθώς επικέντρωνε το ενδιαφέρον της μόνο στα μεγάλα παραθαλάσσια αστικά κέντρα του ελληνισμού της Μικρασίας, και η προσαρμογή των δασκάλων ήταν δύσκολη στα ήθη, στην νοοτροπία και το χαρακτήρα των Ελλήνων του εσωτερικού της Μικράς Ασίας.

Τα αποτελέσματα όμως θα γίνουν πιο ορατά μετά το 1880, όταν όλη αυτή η φιλεκπαιδευτική δραστηριότητα θα οργανωθεί πιο αποτελεσματικά, η οικονομική δύναμη των κοινοτήτων της Καππαδοκίας θα ανέβει σημαντικά και έτσι η εθνική αφύπνιση των Ελλήνων της περιοχής θα επιταχυνθεί με τη βοήθεια της εκκλησίας και της παιδείας.

Η διαδεδομένη πάντως χρήση της τουρκικής γλώσσας στους ορθόδοξους χριστιανικούς πληθυσμούς της μικρασιατικής ενδοχώρας αλλά και του δυτικού Πόντου (Μπαφραλήδες) επιβεβαιώνει κατά τον Ν. Μαρατζίδη «την περιορισμένη απήχηση των ελεγχόμενων από την Ελλάδα εκπαιδευτικών θεσμών, που εμφυτεύτηκαν στις κοινότητες αυτές των Ποντίων. Παρά τη συστηματική προσπάθεια του ελληνικού κράτους και του Πατριαρχείου στο τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα για ίδρυση σχολείων και τα αποτελέσματα που παρατηρήθηκαν, το «πρόβλημα» της τουρκοφωνίας έδειχνε δυσεπίλυτο. Εξάλλου, η προσπάθεια εκμάθησης ελληνικών ακόμη και μέσα στα σχολεία παρουσιάζεται συχνά ως κάτι το εξαιρετικά δύσκολο».

Στη Σουλούτζοβα λειτουργούσε σχολείο το τρίτο τέταρτο του 19ου αιώνα και αυτό με πρωτόγονα εποπτικά μέσα, χωρίς συγκεκριμένη μέθοδο διδασκαλίας. Ούτε μαυροπίνακας δεν υπήρχε. Το μόνο εποπτικό μέσο ήταν το αμμοδοχείο, όπου με ένα ξυλάκι ή με το δείκτη του χεριού σχημάτιζαν οι μαθητές τα γράμματα. Η διδασκαλία είναι σχεδόν απρογραμμάτιστη και στηρίζεται μόνο στις ικανότητες, την προπαίδεια και την ευσυνειδησία των δασκάλων, η συγκρότηση των οποίων τις περισσότερες φορές είναι απελπιστική.

Το σχολείο λειτουργούσε, τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια, πρωί και απόγευμα, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι η φοίτηση όλων των μαθητών ήταν τακτική, Η συνέπεια στην παρακολούθηση των μαθημάτων εξαρτιόταν άμεσα από τις αγροτικές ασχολίες των γονιών. Οι μαθητές πολλές φορές αναγκάζονταν να θυσιάσουν το μάθημα, προκειμένου να συμβάλουν στις αγροτικές εργασίες του νοικοκυριού. Βασική παιδευτική μέθοδος ήταν ….το ξύλο. Η φοίτηση βεβαίως δεν ήταν υποχρεωτική.

Την κατάσταση που επικρατεί στα σχολεία της επαρχίας Ικονίου περιγράφει χαρακτηριστικά πατριαρχικό σιγίλιο προς αυτά, του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄ που υπογράφεται και από άλλους εννέα συνοδικούς αρχιερείς στις 08.01.879. Το έγγραφο είναι στα καραμανλήδικα –μιας και η πλειονότητα των Καππαδοκών τα καραμανλήδικα γνωρίζει- και αναφέρει τα εξής: «Συμπεραίνουμε απ΄ όσα μας γράφετε ότι τα σχολεία σας βρίσκονται σε άθλια κατάσταση κι ότι δεν υπάρχει ένας κανονισμός, ότι οι δάσκαλοι βρίσκονται τυχαία, διορίζονται χωρίς κανονισμό κα συχνά απολύονται προτού λήξει η θητεία τους. Σας ζητούμε τη σύνταξη ενός κανονισμού των σχολείων και την αποστολή στα Πατριαρχεία για έγκριση».

Λόγος για άδεια άσκησης του διδασκαλικού επαγγέλματος δεν μπορεί να γίνεται, Δάσκαλοι ήταν συνήθως Καππαδόκες απόφοιτοι σχολαρχείου των γύρω προηγμένων κοινοτήτων: Νεβσεχιρ, Πόρου, Μπερεκετλί Μαντέν ή της Νίγδης. Οι γνώσεις που μετέφεραν ήταν περιορισμένες: γραφή, ανάγνωση και αριθμητική. Ικανές, όμως, για να διατηρήσουν άσβεστη τη φλόγα της εθνικής τους συνείδησης, μιας και οι δάσκαλοι τις παιδαγωγικές γνώσεις που τους έλλειπαν τις αναπλήρωναν με το ζήλο και την πίστη τους.

Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή, που παρατηρείται μια πνευματική έκρηξη του ελληνισμού της Ανατολή, δεν έλειψαν και από τη Σουλούτζοβα φωτισμένοι δάσκαλοι, όπως ο «Καχραμάν Δάσκαλος» από το Ακ νταγ Μαντέν, που στις σχολικές εκδρομές δεν διστάζει (πάντα βέβαια με τις κατάλληλες προφυλάξεις) να μαθαίνει στους μαθητές του πατριωτικά τραγούδια, προκειμένου να επιτύχει την εθνική τους αφύπνιση.

Τα δίδακτρα (τις περισσότερες φορές σε είδος) τα κατέβαλλαν οι γονείς των μαθητών, οι οποίοι επιπλέον εκ περιτροπής κάθε μέρα προσέφεραν το γεύμα στο δάσκαλο. Όταν μια οικογένεια ήταν άπορη, τα δίδακτρα αναλάμβανε η εκκλησία. Την Κυριακή ήταν απαραίτητος ο εκκλησιασμός όλων των μαθητών. Ο καλύτερος θα διάβαζε τον Απόστολο και στου περήφανους γονείς του θα έδινε τα συγχαρητήριά του το εκκλησίασμα.

Τα μαθήματα που διδάσκονταν ήταν τέσσερα: Το αλφαβητάριο, το προσευχητάριο (συνήθως η Οκτώηχος ή το Συναξάρι), η αριθμητική και τα τούρκικα. Στη διακριτική ευχέρεια ή τις γνώσεις των δασκάλων ήταν το κατά πόσον θα διδάσκονταν οι μαθητές πατριδογνωσία ή ελληνική ιστορία.

Η αλήθεια είναι ότι το έργο των δασκάλων ήταν εξαιρετικά δύσκολο. Δεν είναι μόνο ότι πολλές φορές συναντούσαν την αδιαφορία, την καχυποψία ή ακόμη και την εχθρότητα των αγράμματων γονιών. Δίδασκαν τα ελληνικά σε μαθητές που στο οικογενειακό τους περιβάλλον, στο παιχνίδι και σε όλους τους χώρους εκτός σχολείου μιλούσαν τουρκικά.

Όπως επισημαίνει ο Σολδάτος «Οι τουρκόφωνοι Έλληνες (…) ξύπνησαν με τα καραμανλήδικα βιβλία και προχώρησαν στην ανάγνωση όχι μόνο θρησκευτικών βιβλίων αλλά κα μορφωτικών». Αναμφίβολα τα καραμανλήδικα αποτέλεσαν την πρώτη θαρραλέα προσπάθεια εισαγωγής της ελληνικής γλώσσας στους τουρκόφωνους Έλληνες της Μικράς Ασίας.

Στα 1861 ιδρύεται στην Κωνσταντινούπολη ο «Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως», ο οποίος προσπαθεί να συστήσει εκπαιδευτικούς μηχανισμούς έξω από τους θρησκευτικούς θεσμούς. Άμεσος στόχος του είναι «η διάδοσις των γραμμάτων εν γένει εις τους εν τω οθωμανικώ κράτει ορθοδόξους λαούς».

Ο Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος θα χαρακτηρισθεί και «Υπουργείον της Παιδείας των εν Τουρκία Ελλήνων», γίνεται ένας σημαντικός φορέας ελληνοκεντρικής εκπαίδευσης για τους Ρωμιούς και αναπτύσσει ένα εκπαιδευτικό δίκτυο σε όλη σχεδόν την Ανατολή.

Από πολύ νωρίς εκφράζονται αμφιβολίες σχετικά με την απόδοση –στους τουρκόφωνους μαθητές- των πατριαρχικών προγραμμάτων, που ήταν κατάλληλα για ελληνόφωνους μαθητές. Γι αυτό και σε συνεργασία με την Κεντρική Εκπαιδευτική Επιτροπή του Πατριαρχείου, ο Ελληνικός Φιλολογικός Σύλλογος Κωνσταντινουπόλεως θα προχωρήσει στη σύνταξη μεθόδου για τους τουρκόφωνους Έλληνες.

Γεγονός πάντως είναι ότι η προσπάθεια εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας με τα αλφαβητάρια των τελευταίων χρόνων που ήταν στην ελληνική και στα καραμανλήδικα, «Ελένη, καλή μου κόρη, τι τα κάνεις τα άνθη, μικρά μου;/ Ελένη, ιγί κιζίμ, νε γιαπατσάν κιουτσουγιούμ που τσιτσεκλερί», δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Και τούτο, διότι τις περισσότερες φορές ούτε οι ίδιοι οι δάσκαλοι δεν γνώριζαν την ελληνική. Οι μαθητές απλώς παπαγάλιζαν το μάθημά τους (τόσο καλά που παρέμειναν εκφράσεις όπως οι παραπάνω), χωρίς όμως να μαθαίνουν ελληνικά.

Ενδεικτική αυτής της αλήθειας είναι και η αποστήθιση περικοπής του αναγνωστικού από την γιαγιά μου την Τοξάνα (Αλεξάνδρα) Χαρακοπούλου, που μπορεί η ίδια να μην πήγε σχολείο και να μην έμαθε ποτέ ελληνικά, ωστόσο, παρακολουθούσε την προσπάθεια ανάγνωσης του μαθήματος της ημέρας από τον Γιωρίκα Μερτζανίδη. Έλεγε λοιπόν με ανάλογη προφορά: «Εις εν χωρίον της Σμύρνης ζούσεν ο γερο-Γεωργιάδης. Είχεν και τύο παιτία. Ο Πέτρος ήτο μεγαλύτερο του Νικολάου. Αγάπων πολύ τον πατέρα των και την μητέρα των και τεν έκαναν καμία φορά κακόν».

Από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ελλάδα αναπτύσσεται η πολιτική της Μεγάλης Ιδέας. Το εθνικό κέντρο, αθόρυβα αλλά σταθερά, προωθεί την εθνική αφύπνιση των Ελλήνων της Ανατολής, με την προσπάθεια αναβίωσης της ελληνικής γλώσσας σε περιοχές που για αιώνες έχει σιγήσει. Φτάνει στο σημείο να χρηματοδοτεί διδασκαλεία νηπιαγωγών, όπως αυτό στο μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου στο Ζιντζίντερε της Καισάρεια, που δημιουργήθηκε με τη συμβολή του Συλλόγου Μικρασιατών της Αθήνας η «Ανατολή». Και αυτό, γιατί «η ίδρυσης Νηπιαγωγείων είναι απαραίτητος εις τας κοινότητας της Μικράς Ασίας, διότι τα νήπια ευκόλως δύνανται να εθισθώσιν εις το διαλέγεσθαι ελληνιστί».

Η πνευματική αφύπνιση των Ελλήνων της Καππαδοκίας ήταν μια συλλογική προσπάθεια, που ξεκίνησε όμως από λίγους φωτισμένους ανθρώπους. Στην προσπάθεια αυτή για την πνευματική αναγέννηση σημαντικός ήταν ο ρόλος των λογίων, που όχι μόνο δίδαξαν αλλά με τη συγγραφική τους και εκδοτική τους δραστηριότητα πρόφεραν πολλά στον ελληνισμό της Καππαδοκίας.

Στην εκδοτική προσπάθεια σημαντικός ήταν επίσης ο ρόλος πολλών επιφανών και πλούσιων Καππαδοκών, που πρόσφεραν χρήματα για τη λειτουργία των σχολείων, αλλά και για την έκδοση βιβλίων γενικότερου ενδιαφέροντος, όπως: θρησκευτικού περιεχομένου, ιστορικά εγχειρίδια, επιστημονικά, γεωγραφίες, γραμματικές, βιβλία με ελληνικά τραγούδια, παιδαγωγικά, όπως Ο Γεροστάθης και Ο Παπα-Χριστόφορος του Μελλά. Αρκετές μάλιστα εκδόσεις γνώρισαν μεγάλη επιτυχία φτάνοντας τον καταπληκτικό για την εποχή αριθμό των 4000 αντιτύπων.

Στην πνευματική αναγεννητική προσπάθεια των Ελλήνων της Καππαδοκίας σημαντική είναι η συμβολή του μεγάλου λόγιου και δασκάλου Αγαθάγγελου. Στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα άφησε τη Τεργέστη και ήρθε στην Καππαδοκία. Οργάνωσε τη σχολή της Μονής Ιωάννου Προδρόμου στο Ζιτζίντερε και συνέβαλε στο να γίνει σημαντικό θεολογικό και επιστημονικό ίδρυμα. Πολλοί μαθητές του τιμήθηκαν με μητροπολιτικούς θρόνους και καθηγητικές έδρες στη Θεολογική Σχολή της Χάλκη.

Σημαντική προσωπικότητα ήταν ο Φ. Αριστόβουλος, ο οποίος δίδαξε και οργάνωσε τα σχολεία του Νέβσεχιρ (Νεάπολη), δημοσίευσε μεταφράσεις ελληνικών έργων στα καραμανλήδικα, ανάμεσα στις οποίες και το Γεροστάθη του Μελλά. Από τα σχολεία αυτά προήλθαν δάσκαλοι του γένους, λόγιοι και επιστήμονες που διακρίθηκαν και στην Ελλάδα, όπως ο ιστορικός και βουλευτής του οθωμανικού Κοινοβουλίου Παύλος Καρολίδης.

Η εκπαιδευτική διαδικασία λοιπόν στην Καππαδοκία αποκτά εθνικό νόημα, καθώς επίκεντρό της αποτελεί η εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας. Κι αυτό, γιατί η εθνική υπόσταση των τουρκόφωνων Ελλήνων τελεί υπό αμφισβήτηση λόγω της γλωσσικής τους αφομοίωσης που προηγήθηκε. Επιβάλλεται, έτσι, η επανάκτηση της ελληνικής στις τουρκόφωνες κοινότητες της Καππαδοκίας. Η εκπαίδευση, επομένως, αναδεικνύεται σημαντικός παράγοντας ενίσχυσης του εθνικού φρονήματος των Ελλήνων της Ανατολής.

Τελευταία δασκάλα στη Σουλούτζοβα ήταν η Μαρίκο Χατζηλιάδου (νύφη από τη Νίγδη, γι αυτό και τη φώναζαν και Σεχιρλί). Όσο έλειπαν οι άνδρες στην Κιλικία, αυτή διάβαζε την αλληλογραφία στις γυναίκες του χωριού που δεν πήγαν σχολείο.

Το ότι οι Σουλουτζοβαλήδες γνώριζαν γραφή και ανάγνωση των ελληνικών χαρακτήρων μας το επιβεβαιώνει και ο Χαράλαμπος Αγγλόπουλος στο χειρόγραφό του που έχω αποθησαυρίσει στο βιβλίο μου «Ρωμιοί της Καπαδοκίας» όπου γράφει: «κι αλληλογραφία είχαμε με τους δικούς μας» (προφανώς στα καραμανλήδικα).

Πάντως, αυτή η περιορισμένη έστω εκπαίδευση, που έλαβαν οι τελευταίοι Σουλουτζοβαλήδες, τους φάνηκε χρήσιμη όταν ήρθαν πρόσφυγες στην Ελλάδα, γιατί, όταν έμαθαν να μιλούν ελληνικά, ήταν ταυτόχρονα σε θέση να τα γράφουν και να τα διαβάζουν λόγω των καραμαλήδικων που γνώριζαν.

Ο γλωσσικός εξελληνισμός ήταν στρατηγική επιλογή της πολιτείας και στόχος που συμμερίζονταν και οι πρόσφυγες, που παρότρυναν τους δασκάλους να εξαντλούν την αυστηρότητά τους. Ωστόσο, το έργο τους ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, καθώς εκτός σχολείου οι μαθητές μιλούσαν τουρκικά. Θα κλείσω με μια μαρτυρία που μου εξιστόρησαν στη διάρκεια εκπόνησης της διδακτορικής μου διατριβής: «Μια μέρα ένας μαθητής δεν ήξερε τι θα πει η λέξη “νίκησα”, τότε ο δάσκαλος πάλεψε μαζί του και όταν τον έριξε κάτω, του είπε, αυτό θα πει νίκησα».

Σας ευχαριστώ για την προσοχή».

Φωτό Εκπαίδευση στην Καππαδοκία 4

Φωτό Εκπαίδευση στην Καππαδοκία 10

 

Μ. Χαρακόπουλος στην πρώτη εκδήλωση Γαβουστήματος: "Η παιδεία αφύπνισε τους Ρωμιούς της Καππαδοκίας"

Φωτό Εκπαίδευση στην Καππαδοκία

Βούναινα, 19 Αυγούστου 2016

Μ. ΧΑΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΓΑΒΟΥΣΤΗΜΑΤΟΣ:

Η παιδεία αφύπνισε τους Ρωμιούς της Καππαδοκίας

«Η πνευματική αφύπνιση των Ελλήνων της Καππαδοκίας ήταν μια συλλογική προσπάθεια, που ξεκίνησε, όμως, από λίγους φωτισμένους ανθρώπους το 19ο αιώνα. Στην προσπάθεια αυτή για την πνευματική αναγέννηση σημαντικός ήταν ο ρόλος των λογίων, που όχι μόνο δίδαξαν αλλά με τη συγγραφική τους δραστηριότητα πρόφεραν πολλά στον ελληνισμό της Καππαδοκίας». Τα παραπάνω τόνισε, μεταξύ άλλων, ο τομεάρχης Παιδείας της Νέας Δημοκρατίας, βουλευτής Λαρίσης κ. Μάξιμος Χαρακόπουλος στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της 18ης Πανελλήνιας Σύναξης Καππαδοκών (Γαβούστημα 2016), στο προαύλιο του ανακαινισμένου Διδακτηρίου στα Βούναινα Λάρισας.
Ο ιστορικός ερευνητής, με ρίζες από την Καππαδοκία, μιλώντας στη γενέτειρά του ανέπτυξε το θέμα «Η Εκπαίδευση στις ελληνορθόδοξες κοινότητες της Καππαδοκίας». Στην εισήγησή του σημείωσε ότι «στην Καππαδοκία υπήρξαν μέχρι την Ανταλλαγή των πληθυσμών σε εφαρμογή της συνθήκης της Λοζάνης του 1923, μετά τη μικρασιατική καταστροφή, 81 ελληνορθόδοξες κοινότητες σε πόλεις και χωριά, είτε αμιγή ρωμαίικα, είτε μεικτά με μουσουλμάνους. Από αυτές, οι περισσότερες στο διάβα του χρόνου απώλεσαν την ελληνική λαλιά και τουρκοφώνησαν. Έτσι, σε μόλις 32 κοινότητες επιβίωσαν ελληνικά γλωσσικά ιδιώματα που παραπέμπουν στην αρχαία ελληνική γλώσσα, ενώ στις 49, σταδιακά, επικράτησε η τουρκική γλώσσα».
Ο δρ Μάξιμος Χαρακόπουλος υπογράμμισε ότι «δεν είναι τυχαίο ότι βασικό κριτήριο προσδιορισμού της εθνικής συνείδησης για την ανταλλαγή των πληθυσμών στη συνθήκη της Λοζάνης δεν ήταν η γλώσσα αλλά η θρησκεία. Και στη διατήρηση της εθνικής συνείδησης των Ρωμιών της Καππαδοκίας που τουρκοφώνησαν καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε η ορθόδοξη εκκλησία με την καθιέρωση της λεγόμενης καραμανλίδικης γραφής».
Όπως ανέφερε «το πρώτο οργανωμένο σχολείο που λειτούργησε στην περιοχή της Καππαδοκίας ήταν εκείνο της Σινασού το 1821, που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία της συντεχνίας των Σινασιτών Χαβιαράδων της Κων/πολης και με τη συνδρομή του εθνικού ευεργέτη Ι. Βαρβάκη, που συνεργαζόταν μαζί τους». Ενώ «τα μαθήματα που διδάσκονταν ήταν τέσσερα: Το αλφαβητάριο, το προσευχητάριο (συνήθως η Οκτώηχος ή το Συναξάρι), η αριθμητική και τα τούρκικα».
Ο Θεσσαλός πολιτικός υπενθύμισε ότι «από τα μέσα του 19ου αιώνα στην Ελλάδα αναπτύσσεται η πολιτική της Μεγάλης Ιδέας. Το εθνικό κέντρο, αθόρυβα αλλά σταθερά, προωθεί την εθνική αφύπνιση των Ελλήνων της Ανατολής, με την προσπάθεια αναβίωσης της ελληνικής γλώσσας σε περιοχές που για αιώνες έχει σιγήσει. Η εκπαίδευση, επομένως, αναδεικνύεται σημαντικός παράγοντας ενίσχυσης του εθνικού φρονήματος των Ελλήνων της Ανατολής».
Στην εκδήλωση που διοργανώθηκε από το Μικρασιατικό Σύλλογο Βουναίνων «Η καθ’ ημάς Ανατολή» υπό την αιγίδα της Πανελλήνιας Ένωσης Καππαδοκικών Σωματείων βραβεύτηκαν μαθητές που διακρίθηκαν στο διαγωνισμό με θέμα την τραυματική ενσωμάτωση των προσφύγων της Μικράς Ασίας στην ελλαδική πραγματικότητα. Για τον διαγωνισμό μίλησε η Φιλολόγος κ. Ερμιόνη Μαγαλιού, ενώ ο ιστορικός κ. Κωνσταντίνος Νίγδελης ανέπτυξε το θέμα «Αργυρούπολη- Σουλούτσοβα- Βούναινα, πορεία στο χρόνο».

Φωτό Εκπαίδευση στην Καππαδοκία 3

Φωτό Εκπαίδευση στην Καππαδοκία 2

"Παρωδία η διαδικασία αδειοδότησης τηλεοπτικών σταθμών!"

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς:
1) Τον Υπουργό Επικρατείας κ. Ν. Παππά
2) Τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κ. Ν. Παρασκευόπουλο
3) Τον Υπουργό Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων κ. Χ. Σπίρτζη

 

Θέμα: Η Κυβέρνηση δρομολογεί τον διαγωνισμό για την αδειοδότηση των τηλεοπτικών σταθμών χωρίς τις αναγκαίες πιστοποιήσεις, εγείροντας μείζον θέμα διαφάνειας και αδιαβλητότητας της ηλεκτρονικής δημοπρασίας.

Η κυβερνητική μεθόδευση για τον έλεγχο των ραδιοτηλεοπτικών μέσων βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη με τον Υπουργό Επικρατείας κ. Παππά να προγραμματίζει να ολοκληρώσει τη διαδικασία εντός του Αυγούστου και χωρίς προηγουμένως να έχει κριθεί αρμοδίως η συνταγματικότητα της μεταβίβασης της αδειοδοτικής αρμοδιότητας από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (Ε.Σ.Ρ.) στον εαυτό του.

Ένα μήνα μετά τη δημοσίευση της επιστολής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που επιβεβαίωσε τις ανησυχίες του συνόλου του πολιτικού κόσμου περί χειραγώγησης των επιταγών του Συντάγματος, υπονόμευσης των Ανεξάρτητων Αρχών και καταστρατήγησης του πλουραλισμού και της πολυφωνίας, τρία νέα «επεισόδια» στο σήριαλ της διαγωνιστικής διαδικασίας – παρωδία για την αδειοδότηση των τηλεοπτικών σταθμών αποδεικνύουν το θεσμικό αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται η αδειοδότηση των τηλεοπτικών μέσων ενημέρωσης.

Ένα αδιέξοδο που περιλαμβάνει την υποεκμετάλλευση του ψηφιακού φάσματος από την παρούσα Κυβέρνηση, η οποία εντελώς αυθαίρετα αποφάσισε να χορηγήσει μόλις τέσσερις (4) τηλεοπτικές άδειες, όταν όλοι βεβαιώνουν ότι το ψηφιακό φάσμα μπορεί τεχνικά να «σηκώσει» μέχρι και 16 άδειες σήματος υψηλής ευκρίνειας.

Το πρώτο από αυτά αφορά την εκ νέου ανάθεση από την Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας της εκπόνησης οριστικής εμπειρογνωμοσύνης σχετικά με τον αριθμό αδειών παροχής περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης, εν μέσω μάλιστα του διαγωνισμού που έχει προκαθορίσει τον αριθμό των παρόχων σε τέσσερις.

Η Νέα Δημοκρατία, εγκαίρως είχε επισημάνει, ότι η αρχική μελέτη του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου της Φλωρεντίας δεν βασίστηκε σε καμία πρωτογενή έρευνα, παρά μόνο στα στοιχεία που προσκομίστηκαν από το Υπουργείο Επικρατείας, χωρίς να γίνει καν επιβεβαίωση αυτών και παρά το γεγονός ότι η ενημέρωση που είχε λάβει το αρμόδιο υπουργείο από τις ελληνικές Προξενικές αρχές για το καθεστώς που ισχύει στις υπόλοιπες ευρωπαικές χώρες, ήταν εντελώς διαφορετική.

Η ανάγκη για νέα, συμπληρωματική γνωμοδότηση δεν επιβεβαιώνει απλώς τα επιχειρήματά μας, αλλά καταδεικνύει πασιφανώς την σκόπιμη προχειρότητα της Κυβέρνησης να χειραγωγήσει το ραδιοτηλεοπτικό τοπίο. Δημιουργεί επιπλέον, ειδικά στην περίπτωση που οδηγήσει σε νέα συμπεράσματα, και περαιτέρω εμπόδια στη τρέχουσα διαγωνιστική διαδικασία, την οποία απονομιμοποιεί πλήρως ηθικά και πολιτικά.

Εξίσου απομειώνει το κύρος της διαγωνιστικής διαδικασίας η απόφαση της Κυβέρνησης να προχωρήσει στην ολοκλήρωση της, πριν γίνει γνωστή η κρίση του ΣτΕ για το αν η παράκαμψη του Ε.Σ.Ρ. είναι νόμιμη και συμβατή με τις επιταγές του Συντάγματος.

Είχαμε θέσει από την πρώτη στιγμή ζήτημα συνταγματικότητας του 4339/2015, λόγω της ανεπίτρεπτης μεταβίβασης των αρμοδιοτήτων του Ε.Σ.Ρ. στον Υπουργό Επικρατείας. Είχαμε επισημάνει ότι σε καμία ευρωπαϊκή χώρα ο αρμόδιος Υπουργός δεν υποκαθιστά την Ανεξάρτητη Αρχή, ούτε προτείνει τον αριθμό των αδειών και το ύψος εκκίνησης της δημοπρασίας.

Το ίδιο το ΣτΕ, εξάλλου, με την υπ. αριθ. 1901/2014 απόφασή του, όρισε με σαφήνεια ότι «η χορήγηση των αδειών, ο έλεγχος της εξυπηρέτησης των ανωτέρω σκοπών δημοσίου συμφέροντος και η επιβολή κυρώσεων ανατίθεται σε ανεξάρτητη αρχή, το “Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης”».

Είναι επομένως δείγμα ελάχιστου σεβασμού προς τους θεσμούς, αλλά και νομικά αναγκαίο για την αποφυγή τυχόν μελλοντικών επιπλοκών, η Κυβέρνηση να περιμένει την κρίση του ΣτΕ πριν δημιουργηθούν τετελεσμένα που θα εγείρουν αξιώσεις ιδιωτών σε βάρος του ελληνικού δημοσίου.

Μόνο θυμηδία προκαλεί η απόφαση της Κυβέρνησης να αναθέσει στην Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.) τον σχεδιασμό και την εκτέλεση της ηλεκτρονικής δημοπρασίας για την κατακύρωση των τεσσάρων αδειών, μετά την κύρυξη του πρόχειρου μειοδοτικού διαγωνισμού που προκήρυξη η Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης για την επιλογή εταιρίας που θα συνέδραμε τεχνικά στην διενέργεια της δημοπρασίας, ως άγονου.

Είναι η ίδια Κυβέρνηση που δια του εποπτεύοντος την Ε.Ε.Τ.Τ. Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων κ. Σπίρτζη ζήτησε πριν από λίγο καιρό τις παραιτήσεις των μελών της Ανεξάρτητης Αρχής και που όταν το αίτημα του δεν ικανοποιήθηκε κατέθεσε μηνυτήρια αναφορά σε βάρος τους, ισχυριζόμενος ότι συνέβαλλαν αποφασιστικά στο «στήσιμο, τη στρέβλωση και την αδιαφάνεια» στη χορήγηση της πλατφόρμας ψηφιακής εκπομπής στη Digea καθώς και ότι «πρωταγωνίστησαν στο μαύρο στην ΕΡΤ».

Άραγε ο κ. Σπίρτζης δεν αντιλαμβάνεται το προφανές ασυμβίβαστο του να αναθέτει τη διενέργεια της ηλεκτρονικής δημοπρασίας στην Ε.Ε.Τ.Τ. την οποία εποπτεύει, και την ίδια στιγμή στη διαγωνιστική διαδικασία που καλείται να ολοκληρώσει η Αρχή να συμμετέχει επιχειρηματίας που συνδέεται προσωπικά μαζί του, και όλως τυχαίως ο πατέρας του οποίου να λαμβάνει παράλληλα δημόσια έργα εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, μετά από κατατμήσεις που έχει αποφασίσει ο ίδιος Υπουργός;
Εξάλλου, σύμφωνα με την ίδια την Προκήρυξη (Παρ. 7.4.1) γίνεται σαφής αναφορά ότι η ηλεκτρονική εφαρμογή της δημοπρασίας «θα πληροί τις απαιτούμενες τεχνικές και ποιοτικές προδιαγραφές βάσει διεθνώς αναγνωρισμένης πιστοποίησης».

Ο εν λόγω όρος της Προκήρυξης είναι προφανές ότι δεν ικανοποιείται, όπως είναι, επίσης, προφανές ότι το λογισμικό της Ε.Ε.Τ.Τ. που χρησιμοποιήθηκε για τον διαγωνισμό του φάσματος της τηλεφωνίας, δεν είναι πιστοποιημένο, καθώς η εν λόγω πιστοποίηση του αφορούσε άλλο διαγωνισμό με άλλη φιλοσοφία και άλλες τεχνικές προδιαγραφές.

Εξάλλου, μέχρι στιγμής, σύμφωνα και με τα όσα βλέπουν το φως της δημοσιότητας, δεν έχουν κοινοποιηθεί στους συμμετέχοντες οι πιστοποιήσεις και τα μέτρα που θα ληφθούν κατά τη δημοπρασία, ούτως ώστε να διασφαλιστεί το αδιάβλητο το διαγωνισμού.

Παράλληλα, όλα δείχνουν ότι η δήθεν ηλεκτρονική δημοπρασία, που σχεδιάζει η Ε.Ε.Τ.Τ., τελικά δεν είναι και τόσο «ηλεκτρονική» με αποτέλεσμα να εγείρονται συνθήκες αδιαφάνειας και διαβλητότητας της όλης διαδικασίας.

Κατόπιν των ανωτέρω ερωτώνται οι αρμόδιοι Υπουργοί

1. Για ποιο λόγο η Κυβέρνηση προχωρά σε συμπληρωματική γνωμοδότηση τη στιγμή που ο διαγωνισμός για την αδειοδότηση των τηλεοπτικών σταθμών βρίσκεται σε εξέλιξη;

2. Ποια θα είναι η τύχη της τρέχουσας διαγωνιστικής διαδικασίας αν η οριστική εμπειρογνωμοσύνη οδηγήσει σε νέα συμπεράσματα;

3. Για ποιο λόγο η Κυβέρνηση δεν περιμένει την κρίση του ΣτΕ ως προς τη συνταγματικότητα των διατάξεων του Ν. 4339/2015 και ειδικά της αρμοδιότητας του Ε.Σ.Ρ.; Προτίθεται να επαναλάβει τη διαγωνιστική διαδικασία από το Ε.Σ.Ρ. εφόσον αυτή δεν συνάδει με το πνεύμα και την ουσία των αποφάσεων του Ανώτατου Διοικητικού Δικαστηρίου;

4. Ποιος είναι ο λόγος που η Κυβέρνηση αναλαμβάνει το νομικό ρίσκο έκδοσης των αδειών πριν από την έκδοση της απόφαση του ΣτΕ;

5. Πόσο διαφανής και αμερόληπτη είναι η διαδικασία σχεδιασμού και εκτέλεσης της ηλεκτρονικής δημοπρασίας για την κατακύρωση των τεσσάρων αδειών από τη διοίκηση της Ε.Ε.Τ.Τ., όταν αυτή είναι σαφές ότι δεν απολαμβάνει της εμπιστοσύνης του εποπτεύοντος τουλάχιστον Υπουργού της Κυβέρνησης;

6. Με ποιον τρόπο διασφαλίζει η Κυβέρνηση το αδιάβλητο της διαδικασίας όταν αποφασίζει να αναθέσει σε μη πιστοποιημένο όργανο την διεξαγωγή της κατά παράβαση των όρων της ίδιας της Προκήρυξης, προκαλώντας ακόμη και παραβίαση ουσιώδη τύπου της διαδικασίας που μπορεί να οδηγήσει μέχρι και σε ακυρότητα του αποτελέσματος του διαγωνισμού;

Αθήνα, 03/08/2016

Οι ερωτώντες Βουλευτές

1. Γιάννης Κεφαλογιάννης

2. Γιώργος Κουμουτσάκος

3. Κώστας Τσιάρας

4. Κώστας Τζαβάρας

5. Μάξιμος Χαρακόπουλος

6. Νίκος Παναγιωτόπουλος

7. Νίκος Δένδιας

8. Κώστας Τασούλας

9. Γιάννης Βρούτσης

10. Θεόδωρος Καράογλου

11. Νίκη Κεραμέως

12. Γιώργος Γεωργαντάς

13. Χρήστος Μπουκώρος

Ζήτημα παραγραφής, αδυναμίας ελέγχων και απώλειας δημοσίων εσόδων, για 36.000 υποθέσεις

 


ΕΡΩΤΗΣΗ


Προς: Κύριο Υπουργό Οικονομικών

ΘΕΜΑ: «Ζήτημα παραγραφής, αδυναμίας ελέγχων και απώλειας δημοσίων εσόδων, για τις 36.000 υποθέσεις, που μεταφέρθηκαν από το ΣΔΟΕ στη ΓΓΔΕ».

Κύριε Υπουργέ,

Μετά από τη διάλυση του ΣΔΟΕ και την πρόσφατη τροπολογία που ψηφίστηκε για τη διαδικασία μεταφοράς 36.000 ανέλεγκτων υποθέσεων στη ΓΓΔΕ, προκύπτει ζήτημα αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας των ελέγχων, ιδιαίτερα για 2.500 υποθέσεις για τις οποίες υπήρχε εισαγγελική παραγγελία.

Προκύπτει όμως, σαφέστατα και ζήτημα παραγραφής για τις περισσότερες από αυτές, παρά την τριετή παράταση που έδωσε η κυβέρνηση, αφού είναι αδύνατον, να ελεγχθούν όλες ενώ για κάποιες από αυτές, ενδέχεται να έχει ήδη επέλθει παραγραφή.

Είναι εξαιρετικά αμφίβολο, αν η τροπολογία που κατέθεσε και ψήφισε η κυβέρνηση για την παράταση, είναι σύστοιχη με τις πρόσφατες αποφάσεις του ΣτΕ, με αριθμούς 1623/2016 και 888/2016, σύμφωνα με τις οποίες, οι παρατάσεις που δόθηκαν με τους νόμους 3888/2010, 4002/2011 και 4098/2012, στις προθεσμίες για επιβολή φόρων, τελών, εισφορών, δεν αφορούν τα πρόστιμα του ΚΒΣ και ως εκ τούτου, για τα πρόστιμα του ΚΒΣ που αφορούν παραβάσεις μέχρι την 31/12/2001, έχει επέλθει παραγραφή, ακόμα και του δεκαετούς δικαιώματος του Δημοσίου, για επιβολή των κυρώσεων αυτών. Επιπλέον, πέραν των ανωτέρω αποφάσεων του ΣτΕ, η Κυβέρνηση, φαίνεται να αγνοεί και τις αποφάσεις των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, ΔΕΦΑ Α' Τριμελές 624/2014, 628/2014, 631/2014, ΔΕΦ Χανίων 24/2013, σύμφωνα με τις οποίες, η παράταση της παραγραφής που λαμβάνει χώρα με τους διάφορους Νόμους, για όλα τα φορολογικά αντικείμενα (Εισόδημα, ΚΒΣ, ΦΠΑ), αφορά κάθε φορά, στη χρήση, που για πρώτη φορά λήγει την 31η Δεκεμβρίου του έτους εκδόσεως του σχετικού Νόμου και όχι τις χρήσεις για τις οποίες, είχε ήδη δοθεί παράταση της παραγραφής τους, με προγενέστερο Νόμο.

Στην τροπολογία που κατέθεσε η κυβέρνηση, δεν διευκρινίζεται σαφώς, ότι η παράταση, αφορά στο δεκαετές δικαίωμα των χρήσεων 2005 και εντεύθεν. Αν δεν υπάρχει αυτή η διευκρίνιση, αφενός θα διεξάγονται έλεγχοι για ήδη παραγεγραμμένες χρήσεις, οι οποίοι θα φορτώνουν άσκοπα με ελεγκτικό έργο τις υπηρεσίες του Υπουργείου Οικονομικών και αφετέρου, θα επιφορτίζουν τα Διοικητικά Δικαστήρια με ένα όγκο υποθέσεων που με βεβαιότητα, θα καταλήγουν σε ακυρωτικό αποτέλεσμα.
Αντίθετα, η τροπολογία που ψηφίστηκε, κάνει λόγο για τριετή παράταση από την λήξη των προθεσμιών παραγραφής των υποθέσεων, που μεταφέρονται από το ΣΔΟΕ στην ΓΓΔΕ.

Για να μην υπάρξει όμως παραγραφή και απώλεια εσόδων, θα έπρεπε στην τροπολογία, να αναφέρεται ρητά, ότι για τις υποθέσεις που μεταφέρονται από το ΣΔΟΕ στη ΓΓΔΕ, που περιλαμβάνουν έλεγχο χρήσεων από το 2005 και εντεύθεν, τόσο το δεκαετές δικαίωμα του Δημοσίου κατ' άρθρο 84 παρ. 4 του Ν. 2238/94, όσο και το πενταετές κατ' άρθρο 84 παρ. 1 του Ν. 2238/94, που λήγουν την 31/12/2016 για έκδοση πράξης προσδιορισμού, φόρου, τέλους, εισφοράς ή προστίμου, παρατείνονται για τρία χρόνια.

Η κυβέρνηση όμως, έχει ευθύνες, για το γεγονός, ότι προχώρησε στη διάλυση του ΣΔΟΕ, χωρίς να έχει από πριν συγκροτήσει έναν ελεγκτικό μηχανισμό, ο οποίος θα συνέχιζε από την επόμενη μέρα τη δουλειά που έκανε το ΣΔΟΕ και ιδιαίτερα στο θέμα του ελέγχου των συγκεκριμένων υποθέσεων.

Η κυβέρνηση, έχει σαφείς ευθύνες και για το γεγονός, ότι θέσπισε, νομοθετικά, τη διαδικασία μεταφοράς των συγκεκριμένων υποθέσεων από το ΣΔΟΕ στη ΓΓΔΕ, στις 27 Ιουλίου 2016, αν και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 της παραγράφου Δ, υποπαρ. Δ7 του Ν. 4336/2015, θα έπρεπε να τις είχε θεσπίσει, νομοθετικά, μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 2015. Έχουμε δηλαδή, μια καθυστέρηση εννέα μηνών, που είχε σαν αποτέλεσμα να μην είναι στη διάθεση της ΓΓΔΕ οι συγκεκριμένες φορολογικές υποθέσεις προς έλεγχο.

Η κυβέρνηση με την τροπολογία που έφερε και ψήφισε προσπαθεί να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα και να αποσείσει τις ευθύνες της για χιλιάδες υποθέσεις, που οδηγούνται σε παραγραφή αλλά και για υποθέσεις, που είναι φύσει αδύνατον πλέον να ελεγχθούν.

Η κυβέρνηση, κάνει λόγο για επιλογή και προτεραιοποίηση, με κριτήρια ανάλυσης κινδύνου, των υποθέσεων που θα ελεγχθούν.

Αγνοεί προφανώς όμως, ότι σύμφωνα με την τροπολογία που ψήφισε, προβλέπεται η εκτίμηση του τελευταίου χειριστή – ελεγκτή κάθε υπόθεσης από τις 36.000, σχετικά με τον βαθμό αξιολόγησης της σπουδαιότητας της.

Αυτό σημαίνει, ότι οι ελεγκτές - χειριστές, οι οποίοι έχουν αποχωρήσει από την Ειδική Γραμματεία του ΣΔΟΕ, εδώ και έξι μήνες, θα πρέπει να επιστρέψουν στις Περιφερειακές Διευθύνσεις του ΣΔΟΕ ανά την Ελλάδα και να αξιολογήσουν τις χιλιάδες υποθέσεις, που είχαν αρχικά χειριστεί.

Φυσικά, κάτι τέτοιο, θα απαιτήσει πολύ χρόνο, τη στιγμή που έχουν ήδη εξαντληθεί τα χρονικά περιθώρια.

Στην πραγματικότητα, οι υποθέσεις που χειρίστηκαν οι ελεγκτές του ΣΔΟΕ, έχουν παραδοθεί με πρωτόκολλο.

Πως θα έχουν λοιπόν, πρόσβαση σε υποθέσεις από τις οποίες έχουν αποξενωθεί και δεν φέρουν πλέον, καμία ευθύνη για το περιεχόμενο του φακέλου της κάθε υπόθεσης οι τελευταίοι χειριστές - ελεγκτές της;

Με δεδομένο επίσης, ότι εκτός της απόφασης του ΣτΕ, με αριθμό 888/2016, υπάρχουν και εφετειακές αποφάσεις (ΔΕΦΑ 624/2014, 628/2014, 631/2014, ΔΕΦ Χανίων 24/2013), σχετικά με την παραγραφή, που θεωρούν ανίσχυρες τις αλλεπάλληλες παρατάσεις, ειδικά της δεκαετούς παραγραφής, είναι σε θέση το Υπουργείο Οικονομικών, να δώσει σαφείς και ξεκάθαρες απαντήσεις για τις χρήσεις που έχουν ήδη παραγραφεί και για αυτές που παραγράφονται. Τελικά ποιές έχουν ήδη παραγραφεί και ποιες παραγράφονται στο μέλλον;

Το οξύμωρο είναι, ότι το Υπουργείο ζητά από το ΣΔΟΕ, να αποφανθεί για το χρόνο παραγραφής των μεταφερομένων υποθέσεων. Που θα στηριχθεί όμως η συγκεκριμένη υπηρεσία για να συμπληρώσει αυτό το σημαντικό στοιχείο;

Ενδεχομένως, η κυβέρνηση προσπαθεί να σβήσει τα ίχνη των ευθυνών της για ένα μεγάλο μέρος των υπό μεταφορά υποθέσεων, που έχει ήδη παραγραφεί στο διάστημα που μεσολάβησε από πέρυσι το καλοκαίρι έως σήμερα.

Στην κατεύθυνση αυτή, κινείται και η συστηματική άρνηση της κυβέρνησης, να δώσει στοιχεία για το ύψος των προστίμων και φόρων που βεβαίωνε το ΣΔΟΕ κατά τα έτη της λειτουργίας του και ειδικά τα τρία τελευταία πριν την διάλυσή του.

Κατόπιν των ανωτέρω
Ερωτάται ο Κύριος Υπουργός

1) Εάν υπάρχει κίνδυνος, σύμφωνα με τις αποφάσεις του ΣτΕ, με αριθμό 1623/2016 και 888/2016 να θεωρηθούν παραγεγραμμένες κάποιες υποθέσεις. Έλαβε υπόψη του το Υπουργείο Οικονομικών τις συγκεκριμένες αποφάσεις, πριν προβεί στη σύνταξη της συγκεκριμένης τροπολογίας;

2) Ποια είναι τα ακριβή στοιχεία για το ύψος των προστίμων και φόρων, που βεβαίωνε το ΣΔΟΕ κατά τα τρία τελευταία χρόνια της λειτουργίας του και πριν την διάλυσή του. Συγκεκριμένα μιλάμε για τα έτη 2012, 2013 και 2014.

3) Για ποιο λόγο, υπήρξε εννιάμηνη καθυστέρηση στη νομοθέτηση της διαδικασία μεταφοράς των φορολογικών υποθέσεων που ελέγχονταν από το ΣΔΟΕ στη ΓΓΔΕ, παρά το γεγονός, ότι σύμφωνα με το Νόμο, θα έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί πριν τις 31/10/2015;

4) Με ποιο τρόπο και με ποια διαδικασία, θα αποφανθούν οι τελευταίοι χειριστές-ελεγκτές των φορολογικών υποθέσεων, στις οποίες δεν είχε ολοκληρωθεί ο έλεγχος, τη στιγμή που τις παρέδωσαν και δεν έχουν πλέον πρόσβαση σε αυτές, αφού υπηρετούν σε διαφορετικές υπηρεσίες;

5) Μετά και την απόφαση του ΣτΕ αλλά και αποφάσεις άλλων Δικαστηρίων, είναι σε θέση το Υπουργείο Οικονομικών, να δώσει σαφή απάντηση για το ποιες υποθέσεις έχουν ήδη παραγραφεί και ποιες παραγράφονται οσονούπω;

6) Ποιες είναι οι ασφαλιστικές δικλείδες για την διαφάνεια, την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα του συστήματος ανάλυσης κινδύνου (risk analysis), στην προτεραιοποίηση και στην επιλογή των φορολογικών υποθέσεων που πρέπει να ελεγχθούν; Εφόσον υπάρχουν αυτές οι ασφαλιστικές δικλείδες, τότε για ποιο λόγο η κυβέρνηση νομοθέτησε την απαλλαγή από ποινικές ευθύνες των στελεχών που θα επιλέξουν με το σύστημα ανάλυσης κινδύνου τις συγκεκριμένες υποθέσεις;

Αθήνα, 2 Αυγούστου 2016

Οι ερωτώντες βουλευτές

Απόστολος Βεσυρόπουλος – Βουλευτής Ημαθίας ΝΔ

Μαξιμος Χαρακοπουλος - Βουλευτης Λαρισης ΝΔ

Subscribe to this RSS feed